ανταμείβομαι


ανταμείβομαι
ανταμείβομαι, ανταμείφτηκα και ανταμείφθηκα βλ. πίν. 8

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνταμείβομαι — exchange pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμείβῃ — ἀνταμείβομαι exchange pres subj mp 2nd sg ἀνταμείβομαι exchange pres ind mp 2nd sg ἀνταμείβομαι exchange pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμειψόμεθα — ἀνταμείβομαι exchange aor subj mid 1st pl (epic) ἀνταμείβομαι exchange fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμειψόμεσθα — ἀνταμείβομαι exchange aor subj mid 1st pl (epic) ἀνταμείβομαι exchange fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμείβει — ἀνταμείβομαι exchange pres ind mp 2nd sg ἀνταμείβομαι exchange pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμείβουσιν — ἀνταμείβομαι exchange pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνταμείβομαι exchange pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμείψεται — ἀνταμείβομαι exchange aor subj mid 3rd sg (epic) ἀνταμείβομαι exchange fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμείψομαι — ἀνταμείβομαι exchange aor subj mid 1st sg (epic) ἀνταμείβομαι exchange fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμειβόμενοι — ἀνταμείβομαι exchange pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταμειβόμενος — ἀνταμείβομαι exchange pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)